ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ / ΟΜΙΛΙΕΣ

«Δωροδοκία» και χρήση γενετικού υλικού στην εξωσωματική γονιμοποίηση

 ΘΑΝΟΣ ΠΛΕΥΡΗΣ ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ ΔΝ, LL.M τ. Βουλευτής/Ευρωβουλευτής

Η χρήση του όρου «δωροδοκία» για την περιγραφή της σχέσης προσφορά ανταλλάγματος στον δότη ή δότρια προκειμένου να διάθεση τους γαμέτες ή τα γονιμοποιημένα ωάρια νομικά είναι εσφαλμένη, καθώς η δωροληψία, ενεργητική ή παθητική δωροδοκία των άρθρων 235, 236 ΠΚ αφορούν σε συμπεριφορές που υποχρεωτικά έχουν να κάνουν με άτομα που φέρουν την υπαλληλική ιδιότητα. Η χρήση ωστόσο του όρου γίνεται στα πλαίσια μιας νομικής αδείας για να ταιριάζει με το συνολικό τίτλο της ημερίδας που έχει να κάνει με δωροδοκία / δωροληψία στον χώρο της υγείας.

Η απουσία ανταλλάγματος παρατηρείται σε μια σειρά από τομείς της βιοηθικής προκειμένου η παροχή ή συμμετοχή από την πλευρά του συμμετέχοντος να είναι πραγματικά εθελοντική και όχι προϊόν οικονομικής πίεσης. Έτσι πέρα από την ΙΥΑ αντίστοιχες ρυθμίσεις υπάρχουν και στην συμμετοχή στις κλινικές δοκιμές φαρμάκων, στις μεταμοσχεύσεις κλπ. Ως νομιμοποιητική βάση μιας τέτοιας ρύθμισης ουσιαστικά είναι η προστασία της αυτονομίας του ασθενούς, αλλά και η μη εμπορευματοποίηση των γαμετών ωαρίων και εν γένει γενετικού υλικού ως φορέα της ανθρώπινης αξίας. Η συναίνεση του ασθενούς είναι μια συνειδητή συμφωνία με την προσβολή του εννόμου αγαθού. Ο θεσμός της συναινέσεως του παθόντος οφείλει την ύπαρξη του στην έλλειψη συμφέροντος της πολιτείας να προστατεύσει στη συγκεκριμένη περίπτωση το έννομο αγαθό, εφόσον συμφωνεί στην προσβολή του ο φορέας του, στον οποίο η έννομη τάξη έχει δώσει την εξουσία να το διαθέτει κατά βούληση. Η συναίνεση του παθόντος απαντάται εν γένει στο άρθρο 308 παρ. 2 του ΠΚ και αφορά μόνο στην απλή σωματική βλάβη. Η παράγραφος αυτή προστατεύει την αυτονομία του παθόντος (ασθενούς) και βρίσκει το συνταγματικό της θεμέλιο στο δικαίωμα προσωπικότητος του ανθρώπου σε συνδυασμό με το δικαίωμα του αυτοκαθορισμού αυτού είτε είναι ασθενής είτε συμμετέχων σε πειραματική έρευνα Σ. 5 παρ. 1. Δεν αποτελεί λοιπόν ιδιαίτερο αυτοτελές δικαίωμα αλλά είναι εκδήλωση της αυτονομίας και της αυτοδιαθέσεως του ανθρώπου και αποτελεί το νομιμοποιητικό λόγο της ιατρικής επεμβάσεως. Η συναίνεση επιτρέπει την επέμβαση σε ένα νομικώς κατοχυρωμένο έννομο αγαθό και για αυτό ακριβώς το λόγο θα πρέπει να είναι ειλικρινής, σοβαρή και ελεύθερη από πλάνη, απάτη, πίεση ή απειλή. Υπάρχει επομένως ομοφωνία στην θεωρία ότι όταν συντρέχει πλάνη απάτη ή απειλή η συναίνεση σε μία ιατρική επέμβαση δεν είναι ισχυρή. Οι καταστάσεις της απειλής και της βίας λαμβάνουν στην περίπτωση της ΙΥΑ, του Πειραματισμού κλπ και μια περαιτέρω διάσταση: της οικονομικής εκμεταλλεύσεως των ασθενεστέρων στρωμάτων, τα οποία και θα καθίστανται ουσιαστικώς ευάλωτα λαμβάνοντας οικονομικά ανταλλάγματα. Για να αποφύγουν τέτοιου είδους καταχρήσεις τα διεθνή κείμενα σποραδικά έχουν λάβει κάποια προστατευτικά κριτήρια. Η βασική τάση για την αποφυγή εκμεταλλεύσεως των υποψηφίων συμμετεχόντων και της εμπορευματοποίησης του γενετικού υλικού είναι η πλήρης απουσία ανταμοιβής πέρα από την αποζημίωση, όπως εξάλλου ορίζει και το άρθρο 8 του Ν. 3305/05 για την ΙΥΑ.

Στην παρ. 1 του αρ. 8 του Ν. 3305/05 ορίζεται σαφώς ότι «απαγορεύεται η διάθεση γαμετών και γονιμοποιημένων ωαρίων με οποιοδήποτε αντάλλαγμα για τον δότη», ενώ η παρ. 5 (προφανώς διότι ο νομοθέτης αντιλαμβάνεται την αυστηρότητα της διάταξης) καθορίζεται ότι «Δεν συνιστά αντάλλαγμα η καταβολή δαπανών που είναι απαραίτητες για την λήψη και κρυοσυντήρηση των γαμετών. Στις παραπάνω δαπάνες συμπεριλαμβάνονται α) οι ιατρικές, εργαστηριακές και νοσηλευτικές δαπάνες πριν, κατά και μετά τη λήψη γαμετών β) τα έξοδα μετακίνησης και διαμονής του δότη και γ) κάθε θετική ζημία του δότη εξαιτίας αποχής από την εργασία του, καθώς και αμοιβές για εξαρτημένη εργασία που ο δότης στερήθηκε εξαιτίας της απουσίας του για την προετοιμασία και πραγματοποίηση της λήψης των γαμετών. Το ύψος των καλυπτομένων δαπανών και της αποζημιώσεως καθορίζεται με απόφαση της Αρχής». Η διάταξη αυτή επαναλαμβάνεται σχεδόν αυτούσια και στο αρ. 13 του Ν. 3305/05 για την παρένθετη μητρότητα όπου ορίζεται ότι «Η συμφωνία για κυοφορία από Τρίτη γυναίκα γίνεται χωρίς οποιοδήποτε αντάλλαγμα. Δεν συνιστά αντάλλαγμα: α) η καταβολή των δαπανών που απαιτούνται για την επίτευξη της εγκυμοσύνης, την κυοφορία, τον τοκετό και την λοχεία, β)  κάθε θετική ζημία της κυοφορούσας εξαιτίας αποχής από την εργασία του, καθώς και αμοιβές για εξαρτημένη εργασία που ο δότης στερήθηκε λόγω απουσίας της, με σκοπό την επίτευξη της εγκυμοσύνης, την κυοφορία, τον τοκετό και τη λοχεία. Το ύψος των καλυπτομένων δαπανών και της αποζημιώσεως καθορίζεται με απόφαση της Αρχής». Αντιστοίχως απαγορεύεται και η με αντάλλαγμα διάθεση γαμετών ή γονιμοποιημένων ωαρίων για ερευνητικούς ή θεραπευτικούς σκοπούς.

Με βάση λοιπόν αυτές τις παρεμβάσεις ο νομοθέτης επιλέγει την πλήρη απουσία ανταλλάγματος και την ύπαρξη μιας αλτρουιστικής προσέγγισης των συμμετεχόντων στην διαδικασία της ΙΥΑ, είτε ως δότες είτε ως παρένθετη μητέρα. Η βιοηθική αυτή θέση παρόλη την καλή της διάθεση να προασπίσει με τον καλλίτερο δυνατό τρόπο τα δικαιώματα του συμμετέχοντος θα πρέπει να αντιμετωπιστεί με σκεπτικισμό. Εάν δε δίδεται κάποια ανταμοιβή υπάρχει ο κίνδυνος να βρεθεί η διαδικασία της ΙΥΑ σε αδιέξοδο, αφού οι υποψήφιοι να συμμετάσχουν με καθαρώς αλτρουιστική διάθεση είναι δυστυχώς ελάχιστοι του στενού κύκλου των ενδιαφερομένων ενδεχομένως, ειδικώς όταν οι επιβαρύνσεις είναι μεγάλες όπως πχ στην παρένθετη μητρότητα. Η θέση που πρέπει να λάβουμε είναι αυτή που προστατεύει κατά τον καλλίτερο τρόπο τον συμμετέχοντα, αποτρέπει την εμπορευματοποίηση αλλά και κινείται στη σφαίρα του ρεαλισμού. Εάν είναι φανερό ότι ο ιατρός εκμεταλλεύεται την κατάσταση (π.χ. οικονομική εξαθλίωση) του ατόμου τότε δεν είναι δυνατόν να κάνουμε λόγο για ελεύθερη συναίνεση. Κάτι τέτοιο δε σημαίνει όμως ότι και όταν παρέχεται κάποια ανταμοιβή πάντοτε λαμβάνει χώρα εκμετάλλευση του ατόμου από τον ιατρό. Τα όρια είναι βεβαίως ρευστά και για αυτό μόνο περιπτωσιολογικώς μπορούμε να απαντήσουμε πότε υπάρχει εκμετάλλευση και επομένως άκυρη συναίνεση και πότε η συναίνεση του ατόμου είναι ειλικρινής και ελεύθερη.

Στην πράξη δυστυχώς όσο δεν αντιμετωπίζεται το θέμα παρατηρείται το φαινόμενο είτε της παροχής παρανόμου ανταλλάγματος είτε απευθείας μεταξύ των μερών (στην περίπτωση της παρένθετης μητρότητας) είτε και με τη συμμετοχή του ιατρού ως μεσάζοντος. Μάλιστα η σχετικά αυθαίρετη και αρχικώς απροσδιόριστη ερμηνεία για κάλυψη εξόδων ή θετικής ζημίας οδηγεί τα μέρη να λαμβάνουν υπεύθυνες δηλώσεις που μπορεί να ανταποκρίνονται ή και όχι στην πραγματικότητα. Ασφαλιστική είναι η δικλείδα της εκτίμησης των ποσών από την Αρχή. Το πρόβλημα λοιπόν προκύπτει από το γεγονός ότι λόγω της ασάφειας των ρυθμίσεων δημιουργείται ο κίνδυνος ο ιατρός να εμπλέκεται σε ποινικώς κολάσιμες συμπεριφορές και να τον καθιστούμε θεματοφύλακα μιας διαδικασίας που δεν μπορεί ο ίδιος να διαχειριστεί και να ελέγξει είτε γιατί κάτι τέτοιο θα τον έπληττε σε επαγγελματικό επίπεδο στο πλαίσιο της ανταγωνιστικότητας, είτε γιατί δεν μπορεί να παρακολουθεί τις σχέσεις των μερών απευθείας.

Οι ποινικές κυρώσεις όμως απέναντι του μπορεί να είναι εξαιρετικώς σοβαρές όταν έχουμε παροχή ανταλλάγματος, καθώς η μη τήρηση των διατάξεως γα την παρένθετη μητρότητα και παροχή μεσιτείας σε αυτήν τιμωρείται με ποινή τουλάχιστον 2 ετών (αρ. 26 παρ. 8 Ν. 3305/05), ενώ όποιος κατά παράβαση του αρ. 8 πωλεί αγοράζει ή προσφέρει προς πώληση ή αγορά γενετικό υλικό ή γονιμοποιημένα ωάρια ή προϊόντα προερχόμενα από γονιμοποιημένα ωάρια, καθώς και όποιος μεσολαβεί στην πώληση ή αγορά των ανωτέρω τιμωρείται κακουργηματικά με ποινή κάθειρξης μέχρι 10 έτη.      

Η παροχή λοιπόν ανταλλάγματος για την χρήση γενετικού υλικού δεν αποτελεί μια βιοηθικά προβληματική συμπεριφορά, αλλά μία ποινικώς κακουργηματική κολάσιμη πράξη που φθάνει μέχρι και την κάθειρξη. Μια ειλικρινή και ρεαλιστική συζήτηση για τη δυνατότητα ανταλλάγματος μπορεί και τους συμμετέχοντες να προστατεύσει και την εμπορευματοποίηση να αποτρέψει και το ιατρό να διασφαλίσει.